γάϊος

γάϊος[ᾱ], α, ον, [dialect] Dor.for γήϊος,
A onland, A.Supp.826(lyr.); earthy,

γ. κόνις Id.Th.736

; of the land,

κόγχοι Epich.42.9

; παῖς γ. child of earth, terrae filius, of a slave, prob. in IG14.1432 (cf.

γάϊος παρὰ Ἰταλιώταις καὶ Ταραντίνοις ὁ μίσθιος Eust.188.30

, cf. EM223.24); ἄνεμος a land wind, Hsch.; also, = ἐργάτης βοῦς, Id., EMl.c.
II τὸν γάϊον, = καταχθόνιον, prob. in A.Supp.156(lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Γάιος — Γάϊος , Γαῗος masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γάιος — γάϊος , γάιος onland masc/fem nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γαῖος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γάιος — I Όνομα ιστορικών προσώπων της ρωμαϊκής εποχής: 1. Γ. Γράκχος. Βλ. λ. Γράκχοι. 2. Ιούλιος Καίσαρ Οκταβιανός Γ. Βλ. λ. Αύγουστος, Γάιος Ιούλιος Καίσαρ Οκταβιανός. 3. Κορνήλιος Γάλλος Γ. (69 π.Χ. – 26 π.Χ.). Λατίνος ποιητής. Διετέλεσε κυβερνήτης… …   Dictionary of Greek

  • Μάριος, Γάιος — (Gaius Marius, Άρπινο 158 π.Χ. – Ρώμη 86 π.Χ.). Ρωμαίος πολιτικός και στρατηγός. Μολονότι υπήρξε homo novus (άνδρας χωρίς ευγενική καταγωγή), κατάφερε με την υποστήριξη των Μετέλλων να συμμετάσχει στην πολιτική ζωή διατρέχοντας ολόκληρο το cursus …   Dictionary of Greek

  • Καίσαρ, Γάιος Ιούλιος — (Gaius Julius Caesar, Ρώμη 100 – 44 π.Χ.). Ρωμαίος στρατηγός, πολιτικός, συγγραφέας και δικτάτορας της Ρώμης. Καταγόταν από το Ιούλιο γένος. Από τον θείο του, Μάριο, προσηλυτίστηκε στο πολιτικό στρατόπεδο των πληβείων. Η τοποθέτησή του στο πλευρό …   Dictionary of Greek

  • Σαλλούστιος Κρίσπος, Γάιος — (Sallustius Crispus). Λατίνος ιστορικός (Αμιτέρνον, Σαβίνη 86 π.Χ. Ρώμη 35 π.Χ.). Το 50 αποπέμφθηκε από τη Σύγκλητο λόγω ανηθικότητας, αλλά, αφού αποκαταστάθηκε από τον Καίσαρα, έγινε ταμίας και αργότερα πραίτορας και διοικητής της Αφρικής, όπου… …   Dictionary of Greek

  • Τρεμπονιανός Γάλλος, Γάιος Βίμπιος — (Trebonianus Gallus, ; – 253 μ.Χ.). Ρωμαίος αυτοκράτορας. Κυβερνήτης της Κάτω Μοισίας, το 250 δέχτηκε την επίθεση των Γότθων και σώθηκε από τον αυτοκράτορα Δέκιο, που βρήκε τον θάνατο από προδοσία εκείνου στη μάχη της Αβρίττου (251). Ανακηρύχθηκε …   Dictionary of Greek

  • Ακουίλιος, Γάιος Γάλλος — (Caius Gallus Aquilius, 1ος αι. π.Χ.). Ρωμαίος νομομαθής, μαθητής του Μούκιου Σκαιόλα, που τον θαύμαζε ο Κικέρωνας για τη ρητορική του δεινότητα. Έγινε γνωστός με την actio de dolo (αγωγή για δόλο) και την stipulatio aquilliana (ακουιλιανή… …   Dictionary of Greek

  • Αύγουστος, Γάιος Ιούλιος Καίσαρ Οκταβιανός — (Gaius Julius Caesar Octavianus Augustus, Ρώμη 63 π.Χ. – Νόλα 14 μ.Χ.). Ρωμαίος αυτοκράτορας. Ήταν γιος του Γάιου Οκτάβιου και της Αττίας, ανιψιάς του Καίσαρα, ο οποίος τον υιοθέτησε (45 π.Χ.) και τον όρισε με διαθήκη κληρονόμο του. Όταν πέθανε ο …   Dictionary of Greek

  • Βελλήιος Πάτερκλος, Γάιος — (Gaius Velleius Paterculus, 1ος αι. μ.Χ.). Λατίνος ιστορικός, συγγραφέας μιας επίτομης παγκόσμιας ιστορίας σε δύο τόμους. Το κριτήριό του για τη σύγχρονή του ιστορία είναι επηρεασμένο από τον θαυμασμό του για τον Τιβέριο (του οποίου υπήρξε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.